Στις 7/11/25, ημέρα Παρασκευή, το Γυμνάσιο Ρεντίνας υποδέχτηκε τον ποιητή Γιάννη Κοτσιφό. Με την καθοδήγησή του στο πλαίσιο εργαστηρίου δημιουργικής γραφής μια ομάδα 10 μαθητών της Γ Γυμνασίου και τρεις εκπαιδευτικοί έγραψαν τα δικά τους ποιήματα ! Το υπερρεαλιστικό και το φανταστικό στοιχείο υπήρξε η προϋπόθεση .Το θέμα; Ένα ταξίδι με αυτοκίνητο , τρένο ή αεροπλάνο. Οι υποψήφιοι ποιητές έπρεπε να εστιάσουν σε ένα δικό τους στιγμιότυπο από κάποιο ταξίδι τους. Οι μαθητές λειτούργησαν χωρισμένοι σε 3 ομάδες και σε κάθε μία από αυτές ενσωματώθηκε ένας εκπαιδευτικός. Ακολούθησε η συγγραφή των ποιημάτων και στη συνέχεια η ανάγνωσή τους.
Τα ποιήματα θα κυκλοφορήσουν σε μικρό τευχίδιο με τίτλο ”13 διαδρομές” και θα κοσμούν την σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου.
1.
Στης Μάλτας τα χωράφια.
Ήρθες και με βρήκες μέσα στης Ιστορίας το σπίτι
και μαζί κάναμε ταξίδι μαγικό πίσω στο χρόνο,
με τον υπέρτατο στρατό,
με τους ιππότες να μιλώ και σε απορίες για το μέλλον να απαντώ.
Μιλάω για το αμάξι το ιπτάμενο.
Πάνω στα τείχη τα εμπνεύστηκα,
τα κανόνια να βαράν προσεχτικά,
να μην πετύχουν βάρκα και ψαρά.
Πάνω στα τείχη τα ψηλά,
την Ιστορία κρατάμε μπροστά,
το μέλλον να προετοιμάσουμε ομαλά,
από τα άλογα στα αμάξια
και από τη φύση στην καταστροφή.
Αναστασιάδης Φώτης
2.
Άτιτλο
Κάθησες δίπλα μου,
αχόρταγα όνειρα
μπλε, γαλάζιο, αλλοπρόσαλο.
Ήρθαν οι αγαπημένοι μας
πετούσαν, είχαν μάτια φωτιές.
Μας ρώτησαν γιατί ταξιδεύει
το λεωφορείο στον ουρανό.
Εκεί είναι η θέση του…
Σκέκλιου Αλεξάνδρα
3.
Σε έναν φίλο
Πέταξες κοντά μου.
Το αυτοκίνητο σάλπαρε πάνω στα νερά
και έφτασε εκεί που ο νους σου δε το φαντάστηκε ποτέ.
Η ιστορία με γύρισε πίσω,
το είδα, το σκέφτηκα, το οραματίστηκα εδώ και καιρό.
Μα τι είναι αυτό το μυστικό, που πρέπει να κρατώ κρυφό;
Ζάχαρη Αργυρή
4.
Αφύσικος κόσμος
Κολυμπήσαμε δίπλα – δίπλα
στα γαλαζοπράσινα νερά
της όμορφης Ινδίας.
Καθώς μπαίναμε στα βάθη του ωκεανού
βλέπαμε γοργόνες παντού.
Κοίταξα πίσω να σε δω, αλλά πανικοβλήθηκα,
γιατί δεν μπόρεσα να σε βρω.
Εκεί κατάλαβα, ότι δεν είμαι στον Ινδικό,
αλλά σε ένα χώρο μαγικό.
Προσπαθώντας την ακτή να βρω,
έγινε κάτι που δεν μπορούσα να φανταστώ.
Εμφανίστηκε ένα τζίνι από το κενό και
μου είπε τη λύση για να φύγω απ’ τον κόσμο αυτό.
Καθώς πήγαινε να μου μιλήσει αυτός,
με ξύπνησε ο μηχανικός.
Καλαϊτζης Δημήτρης
5.
Παραδεισένιο ταξίδι
Ήταν πρωί όταν αναχωρήσαμε.
Καθώς το πλοίο προχωρούσε,
κοιτούσα τον ορίζοντα και
τη στεριά που απομακρυνόταν.
Η θάλασσα με γαλήνευε και
με έκανε να νιώθω ασφάλεια,
σαν εκείνα τα απογεύματα
που περνούσα με τον παππού μου.
Ξαφνικά τον είδα μπροστά μου
να περπατάει στην πλώρη και
να μου χαμογελάει.
Μορτζάκη Θάλεια
6.
Η θέα της καμερούλας
Ήταν νωρίς και ο ήλιος τύφλωνε τον πιλότο,
αλλά αυτός έδειχνε ακλόνητος.
Εκείνη τη στιγμή πίστευα πως
ούτε η πιο μεγάλη θαλασσοταραχή
δεν θα τον σταματούσε
απ’ το να προσγειωθεί πάνω
στο γιγαντιαίο αεροπλανοφόρο.
Ακόμα και εγώ, μια μικρή
καμερούλα, που δεν έχω μεγάλη αξία
και θα ξαναφτιαχτώ άλλες 1000 φορές,
θα φοβόμουν να ρισκάρω τη ζωή μου.
Εξάρχου Δημήτρης
7.
Ονειρεμένο ταξίδι
Ήταν απογευματάκι.
Είχαμε μόλις ανέβει στο πλοίο.
Καθίσαμε και αυτό άρχισε να πλέει.
Ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκα σε πλοίο μετά από πολύ καιρό.
Αγχωνόμουν.
Φοβόμουν μη κάνει κανένας εμετό.
Μετά από μερικά λεπτά ξεχάστηκα.
Περπάτησα, ξαναέκατσα.
Είχα ξεχάσει ότι είμαι πάνω σε πλοίο.
Είχα ξεχάσει τη μαμά μου κάποτε την κουνούσε το καράβι.
Κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα.
Ήταν πολύ όμορφο.
Ξαφνικά άκουσα μια φωνή από τη θάλασσα.
Ήταν κάτι ψαράκια.
Φώναζαν: «το καράβι θα βουλιάξει, θα πεθάνετε όλοι».
Πρώτα παραξενεύτηκα.
Έπειτα πανικοβλήθηκα.
«Είμαι πολύ μικρή για να πεθάνω» σκέφτηκα.
Άρχισα να κλαίω.
Νόμιζα ήταν το τέλος μου.
Νόμιζα θα πεθάνω.
Άκουσα τη φωνή της μαμάς μου.
Φώναζε: «Νικολέτα ξύπνα να φας»
Ήταν όνειρο.
Είχαμε φτάσει ήδη στο ξενοδοχείο.
Ήμασταν ήδη στη Θάσο.
Μαλαμούδη Νικολέτα
8.
Ήχησε η σειρήνα
Νύχτα, αργά και τα μποφόρ 9.
Το κύμα έσπαγε στην πλώρη…
Ο ύπνος χόρευε στην άκρη του ματιού μου
και μέσα στον υπνόσακο το σώμα
γαλήνη να βρει δε μπορούσε.
Σηκώθηκα… Περπάτησα… Ένιωσα το κρύο.
Ο νους ξύπνησε και το βλέμμα χάθηκε στο μαύρο ορίζοντα.
Ξάφνου ήχος τσιριχτός και απόκοσμος!
Μια σειρήνα της θάλασσας φάνηκε
σα ζωντανό όνειρο που ήρθε να με παρασύρει στο νερό.
Κρατήθηκα γερά από την κουπαστή
και με όση δύναμη είχα της φώναξα: «Φύγε, δε θα έρθω μαζί σου».
Μεμιάς η θάλασσα γαλήνεψε, η σειρήνα χάθηκε.
Και γω εκεί… Γονατιστή στην κουπαστή.
Να μετανιώνω, ίσως, που δεν πήγα μαζί της.
Σελεπίδου Ρένα
9.
Με πέταξαν μαζί με τις βαλίτσες
και όλα ήταν σκοτεινά.
Η απογείωση ξεκίνησε κάπως ανώμαλα.
Ήμουν μόνη και φοβόμουν,
πως κάτι θα πήγαινε στραβά.
Και πάνω που ησύχασα ακούστηκε ένα «γκρανννν».
Η μεγάλη πόρτα άνοιξε και ο χώρος έγινε φωτεινός.
100 βαλίτσες πέσανε και εγώ, ο λούτρινος λαγός.
Ένιωσα να πετάω, μα πριν προλάβω να το απολαύσω
στην Ατλαντίδα μου ‘τυχε να φτάσω.
Είδα πλάσματα πολλά,
Περίεργα μεν, μα ευγενικά.
Φίλους έκανα αρκετούς, μα απ’ όλους ξεχώρισε ο Μους.
Ήταν ένα ψάρι φουσκωτό,
με χρώμα κίτρινο και κοκκινωπό.
Γίναμε φίλοι κολλητοί
και η ζωή μου έγινε φοβερή.
Πετούσα στα ουράνια από χαρά,
μα τότε το άκουσα ξανά.
Το ξυπνητήρι χτύπησε ελαφρώς
και το όνειρο έγινε καπνός.
Κωνσταντινίδου Παναγιώτα
10.
Δρακοιστορία
Καθώς πετούσα με τους δράκους,
σε όλα τα μέρη πηγαίναμε.
Βρίσκαμε υπερφυσικά στοιχειά.
Μέχρι που προσγειωθήκαμε στη Ρουμανία
και εκεί βρήκα μια νεράιδα, τη Μαρία,
που μου ‘δειξε του κόμη Δράκουλα το κάστρο
και τον είδα από τον ήλιο άσπρο.
Και μετά τελείωσε η ιστορία, με εμένα
Και τους δράκους στην Αυστραλία.
Κορίτση Βάσια
11.
Η αναταραχή
Ανέβηκα στο αεροπλάνο,
στην Αμερική να πάω.
Όλα πήγαιναν πολύ καλά, μέχρι
να με ρωτήσουν τι να φάω. Κοτόπουλο ή βοδινό;
Έτοιμη να απαντήσω, γιατί πεινούσα και πολύ,
όλοι οι άνθρωποι ζώα έγιναν με μια κραυγή.
Έμεινα έκπληκτη εγώ, χωρίς να θέλω να τους φάω.
Δε μπορούσα να το ανεχτώ
και πάνω στο αεροπλάνο να ανεβώ,
να πάρω λίγο αέρα να ξεχαστώ.
Έτοιμη να κατέβω από πάνω και
μέσα στο αεροπλάνο να ξαναμπώ,
μέχρι που έχασα τα πόδια μου.
Σκέφτηκα μήπως έγινα και γω μπριζόλα.
Αυτό δεν έγινε, αλλά πάλι βρήκα τον εαυτό μου,
να πετάω χωρίς να το θέλω βέβαια.
Ωραία πάνω στον αέρα.
Μέχρι που έπεσα στο Χονγκ – Κονγκ,
όπου όλοι έπαιζαν πινγκ – πονγκ.
Κότσι Κέιτ
12.
Χέρι Ουρανού
Μια νύχτα του χειμώνα,
ήταν Νοέμβρης – θυμάμαι – βρέθηκα
στο αεροδρόμιο, με καρδιά βαριά,
σκληρή η απόφαση του ταξιδιού.
Ο αέρας φυσούσε δυνατά, ήχοι
σαν λύκοι που ούρλιαζαν και τρόμαζαν
τις ψυχές μας.
Η ανηφόρα οριστική, αμετάκλητη,
χωρίς επιστροφή, τα χέρια σφίγγουν
το ένα το άλλο και οι επιβάτες
παγωμένες κολώνες ανέκφραστες.
Ο ήλιος μαύρος και τα σύννεφα
ενωμένα, σκοτεινά και η καρδιά
μου κάπου εκεί κλεισμένη σε κουτί.
Ξαφνικά τα φώτα σβήνουν, η δύναμη
μου χάνεται, τα χέρια ξεδιπλώνουν
και αγκαλιάζουν ιδρωμένα το σώμα.
Απότομη κατηφόρα, ουρλιαχτά
αναποφάσιστα γεμίζουν το χώρο.
Χέρι βλέπω μπροστά μου, αγγίζει το
δικό μου, με σφίγγει, με στηρίζει.
Φωνάζει: «Χέρι βοηθείας σου δίνω,
είμαι η Παναγία. Δε θα σε πάρω τώρα».
Χαρά και λάμψη με κατακλύζει.
Τα σύννεφα μακραίνουν, ο ήλιος
Μπαίνει απ’ τα παράθυρα. Όλα
ηρεμούν, είμαι εκεί στο
ποτάμι, στην ακτή, στη γη.
Δημομάρκου – Γρόπαλη Ελένη
13.
Το World Tour μιας βαλίτσας
Η πτήση μου προοριζόταν για Καραϊβική,
παρόλα αυτά βρέθηκα στην Αφρική.
Οι υπόλοιπες βαλίτσες χάθηκαν στη διαδρομή.
Μα η Μαίρη η βαλίτσα βρέθηκε στην Ανταρκτική.
Ήμουν μόνη ανάμεσα σε 27 μουντές βαλίτσες.
Δε μιλούσαμε στη διαδρομή, ήταν μεγάλες ντίβες.
Η ιδιοκτήτρια μου έπαθε καρδιακή προσβολή
και έμεινα μόνη να αλωνίζω την Αφρική.
Η Μαίρη αντί για ρούχα κουβαλούσε πιγκουίνους
και εγώ μονάχη στην Αφρική γλυκοκοιτούσα μπαμπουίνους.
Πέρασα πολύ ωραία αυτές τις πέντε μέρες.
Δυστυχώς η θεία της ιδιοκτήτριας ξεκίνησε κλακέτες
και με ζάλιζε κάθε μέρα χορεύοντας με καστανιέτες.
Στην πτήση μου συνάντησα τον Λούνο,
που απ’ όσο έμαθα λήστεψε το Λούβρο.
Κωνσταντινάκη Σοφία




